Δευτέρα 19 Ιουλίου 2010
Μακελε(ξ)ι(κ)ό
Αμέτι μουχαμέτι: Η φράση προέρχεται από την Οθωμανική ιστορία, όπως προδίδει η προφορά της. Ο Μωάμεθ (Μοχάμεντ:Mohammed) ο πορθητής, είχε έναν δίδυμο αδεφό, τον Άχμεντ (Ahmed). Ο Άχμεντ ήταν πολύ γεννάιος, αλλά πάντα στο τέλος επισκιαζόταν από τον φαινομενικά ρωμαλέο αδερφό του, τον Μοχάμεντ. Στους πολέμους και στις μάχες, ο Άχμεντ πολεμούσε πάντα γενναία και ήταν ο φόβος και ο τρόμος των εχθρών του. Ο Μοχάμεντ αντιθέτως κάπου λούφαρε κατά τη διάρκεια της μάχης αφού γνώριζε εξ αρχής ότι ο γενναίος αδερφός του θα έκανε όλη τη βρώμικη δουλειά και εμφανιζόταν προς το τέλος της μάχης θριαμβευτής και υπερηφανευόμενος για τη νίκη. Ο Άχμεντ αγαπούσε πολυ τον αδερφό του και γι' αυτό δεν είχε κάνει ποτέ θέμα στο σπίτι. Σε κάποια μάχη όμως ο Άχμεντ έπεσε από εχθρικό βέλος που τον βρήκε στην πλάτη. Όταν βρέθηκε το πτώμα του μετά το τέλος της νικηφόρας πάντως μάχης όλος ο στρατός νόμιζε ότι ο Άχμεντ είχε δειλιάσει και είχε τραπεί σε φυγή και εξαιτίας αυτού τον πέτυχε το βέλος στην πλάτη. Αμέσως λοιπόν αναφώνησαν "Αμέτι Μουχαμέτι!", δηλαδή "Άχμεντ έγινες Μοχάμεντ", που σήμαινε "Άχμεντ, έγινες κι εσύ δειλός, σαν τον Μοχαμεντ!". Η φράση σώζεται μέχρι σήμερα με αυτή τη σημασία, δηλαδή ότι κάποιος χάθηκε άδοξα είτε στον προσωπικό είτε στον επαγγελματικό τομέα της ζωής του, ενώ δεν άξιζε τέτοια τύχη. Έρευνες που έλαβαν χώρα αργότερα, επιβεβαίωσαν ότι ο Άχμεντ δεν είχε τραπεί σε φυγή αλλά γύρισε την πλάτη στον εχθρό, γιατί τον φώναξε ο αδερφός του ο Μοχάμεντ που ήταν ξαπλωμένος πίσω από έναν βράχο στο πεδίο της μάχης, για να του ζητήσει το αιχμηρό σπαθί του για να κόψει μία παρανυχίδα που τον ενοχλούσε.